Nelson Mandela

 

 Μια ιστορία ακραίου ρατσισμού, αλλά και της στάσης των θυμάτων του, έτσι όπως την είδε ένας δεκαεξάχρονος Ελληνας μαθητής στο Γιοχάνεσμπουργκ, την περίοδο λίγα χρόνια πριν από την πτώση του απαρτχάιντ.

«Μόλις έμαθα για τον θάνατο του Νέλσον Μαντέλα, έκατσα με στεναχώρια να γράψω για πράγματα που έρχονται ξανά στην επιφάνεια, από κάπου μέσα μου, και έχουν σημαδέψει τη ζωή μου για πάντα.

Ημουν 16 χρόνων. Ζούσαμε τότε με τη μητέρα μου και τα δυο μου αδέρφια (ο μπαμπάς είχε πεθάνει έναν χρόνο πριν) στο Αλμπερτον, στα περίχωρα του Τζοχάνεσμπεργκ, στη Νότια Αφρική. Χρόνια σκληρού απαρτχάιντ. Ο Μαντέλα ήταν στη φυλακή. Οι μαύροι στους οικισμούς τους, στα townships. Το Σοβέτο δεν ήταν μακριά από κει που μέναμε. Ακουγες τη μουσική, τη σιωπή και τον θρήνο του, σχεδόν κάθε μέρα.

Κάθε Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, δούλευα για το χαρτζιλίκι μου σε ένα steak house της περιοχής, όπου βεβαίως μόνο οι λευκοί επιτρεπόταν να πηγαίνουν, και μόνο λευκοί αφήνονταν να τους σερβίρουν. Εγώ, μαζί με άλλους 4 μαθητές από το ίδιο σχολείο, ήμουν ένας από αυτούς. Γκαρσόνι, δηλαδή.

Οι μαύροι στην κουζίνα

Οι μαύροι, που ήταν πολύ περισσότεροι, ήταν όλοι στην κουζίνα και έκαναν τις σκληρές δουλειές. Λάντζα, και βοηθοί του μάγειρα, αρκεί να μην άγγιζαν με τα χέρια τους τα φαγητά, γιατί θεωρούνταν ότι θα τα μόλυναν και μόνο με το χρώμα του δέρματός τους. Καθάριζαν τις πατάτες, αλλά τις έβαζαν μετά σε μια λεκάνη με νερό, και από εκεί τις έβγαζε μόνο ο σεφ. Ετσι έμαθα ακόμα έναν ορισμό της φυλετικής διάκρισης: ούτε πατάτα που θα φάει ο λευκός να μην αγγίζει μαύρικο χέρι.

Ο σεφ, ένα λευκό κτήνος ονόματι Γιοχάνες, είχε ως πρώτο βοηθό του έναν πολύ σεβάσμιο μαύρο, έναν γλυκύτατο άνθρωπο που τον έλεγαν Τζάνιουερι (δηλαδή, Ιανουάριο), που είχαν ασπρίσει τα κατσαρά του μαλλιά, και θα πρέπει να ΄ταν γύρω στα 55 τότε. Αυτός υπέμενε όλες τις ιδιοτροπίες, προσβολές και χυδαιότητες του λευκού αφεντικού του και ήταν η γέφυρα μεταξύ εκείνου και των υπολοίπων μαύρων.

Η μόνη δουλειά που δεν κάναμε εμείς, οι 5 λευκοί μαθητές γκαρσόνια μέσα στη σάλα, ήταν να μαζεύουμε τα πιάτα των πελατών όταν είχαν τελειώσει το φαγητό. Θεωρούνταν ταπεινωτική αυτή η δουλειά για λευκό και κατ΄εξαίρεσιν την έκαναν δύο μαύροι τους οποίους επέλεγε ο Τζάνιουερι, και ενέκρινε το αφεντικό.

Μπαίνοντας στην κουζίνα υπήρχαν δύο μεγάλα βαρέλια από λαμαρίνα, αριστερά και δεξιά από τις πόρτες, στα οποία άδειαζαν οι δύο μαύροι όλα τα αποφάγια, και τα τασάκια. Στο τέλος της βραδιάς εμείς, τα 5 μαθητούδια, μπορούσαμε να παραγγείλουμε ό,τι θέλαμε από το κανονικό μενού, να καθίσουμε κανονικά σε τραπέζι στη σάλα και να το απολαύσουμε.

Οι μαύροι επιτρεπόταν να φάνε μόνο από τα βαρέλια, με τα χέρια τους! Μαζεύονταν όλοι γύρω από αυτά και, με θρήνο ψυχής που αντικατοπτριζόταν στα μάτια τους, «βουτούσαν» μέσα για να γεμίσουν τα άδεια τους στομάχια.

Πολλές φορές έτυχε να δω εκείνο το κάθαρμα, τον Ντότσι (εκ του Dutch δηλ. Ολλανδός), τον Γιοχάνες, να φτύνει μέσα στα βαρέλια και να πετάει εκεί την τσίχλα που μασούσε ή τα αποτσίγαρά του. Ηξερε ότι οι μαύροι βοηθοί του στην κουζίνα τον έβλεπαν, όμως χαμογελούσε χαιρέκακα κάτω από την απεχθή κοκκινωπή του γενειάδα.

Δεν τόλμησα ποτέ να του πω κάτι. Ηθελα πολύ, αλλά τον φοβόμουν. Ηταν γεροδεμένος, καμιά 35ριά χρόνων, και τον είχα δει μια-δυο φορές να δέρνει μαύρους μέχρι που λιποθυμούσαν.

Ενιωθα άσχημα που εγώ, ένα μαθητούδι, εργαζόμουν στο εστιατόριο εκείνο για «την πλάκα μου», δηλαδή για ένα χαρτζιλίκι που ήταν 5πλάσιο του μισθού που έπαιρναν οι μαύροι δουλεύοντας, πολύ σκληρότερα από μένα, 7 μέρες την εβδομάδα, όχι 2 νύχτες μόνο. Αντεξα μόνο τρία Σαββατοκύριακα εκεί και έφυγα.

Θυμάμαι όμως πάντα το ανέκφραστο βλέμμα του Τζάνιουερι, στο μαρτύριο εκείνο της κάθε νύχτας. Και λίγο πριν φύγω, τον ρώτησα:

"Οταν ελευθερωθεί ο τόπος σας, και αργά η γρήγορα θα ελευθερωθεί, τι θα κάνεις όταν βρεθείς πρόσωπο-με-πρόσωπο μ’ αυτό το κάθαρμα, τον Γιοχάνες; Θα τον ξεκοιλιάσεις, όπως μου ’παν ότι θα κάνουν άλλοι μαύροι εδώ; Θα τον κυνηγήσεις για να τον κλείσεις φυλακή; Τι;".

"Δεν ξέρω Μπουάνα (δηλαδή κύριε). Εγώ, δεν μπορώ να πειράξω ούτε μυρμήγκι, αλλά στην ερώτησή σου, η απάντησή μου είναι: δεν ξέρω", μου απάντησε.

Εβλεπα εμφύλιο

Ημουν σίγουρος, φεύγοντας από τη χώρα λίγους μήνες μετά, ότι η Νότια Αφρική θα οδηγούνταν στον φοβερότερο εμφύλιο σπαραγμό που θα γνώριζε ποτέ η ανθρωπότητα. Ο Τζάνιουερι, όπως κάθε Τζάνιουερι, δεν γευόταν καθημερινά μόνο την ταπείνωση του κάθε Γιοχάνες, αλλά είχε και αδέρφια, πατεράδες, συγγενείς και πολλούς φίλους σε κάθε φυλακή της χώρας. Είχε και αμέτρητους νεκρούς…

Κι όμως, την ερώτησή μου την οποία δεν μπορούσε να απαντήσει εκείνος, την είχε ήδη απαντήσει μέσα στο κελί της φυλακής του ο Νέλσον Μαντέλα. "Οχι, δεν θα επιτρέψω, δεν θα αφήσω να στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου", έλεγε αποφασιστικά σε κάθε σύντροφό του του ANC (Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου), που τον παρότρυνε σε εκδίκηση.

Κι όταν βγήκε από εκεί, έπειτα από 27 χρόνια, ελεύθερος άνθρωπος, έκανε εκείνη την απάντησή του πράξη. Πράξη που θα μείνει για πάντα στην Ιστορία ως "Η Μεγάλη Συμφιλίωση". Εδωσε την ευκαιρία στον βασανιστή να σταθεί απέναντι στο θύμα του και να απαντήσει στο ερώτημα "γιατί;". Εδωσε στο θύμα την ευκαιρία, αφού τον ακούσει, να αποφασίσει μόνο εκείνος, εάν κρίνει ότι μπορεί να τον συγχωρέσει, ή εάν επιμένει να τον πάει σε δίκη.

Αυτά ήταν τα περίφημα "reconciliation trials" – οι άτυπες "δίκες συμφιλίωσης". Και από αυτά, πάνω από το 78% των υποθέσεων δεν έφτασαν ποτέ σε κανονικά δικαστήρια. Δεκάδες χιλιάδες μαύροι, που υπέφεραν τα πάνδεινα, που έχασαν πατεράδες, μάνες, αδέρφια, συζύγους, φίλους, δέχτηκαν τη συγγνώμη και ξεκίνησαν μια καινούργια ζωή. Και άλλοι τόσοι λευκοί, από αυτήν και μόνο την πράξη, γίνανε καλύτεροι άνθρωποι. Ή μάλλον, έμαθαν για πρώτη φορά τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.

Ο μόνος επαναστάτης

Κι όλα αυτά, χάρη στον Νέλσον Μαντέλα. Τον μόνο αληθινό επαναστάτη του καιρού μας. 

Χρόνια μετά, στο Λονδίνο, ελεύθερος άνθρωπος πια και πρώτος μαύρος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, επισκέφθηκε το σημείο εκείνο έξω από την πρεσβεία της χώρας του στην περίφημη πλατεία Τραφάλγκαρ, όπου από την ημέρα της φυλάκισής του υπήρχε πάντοτε κόσμος, από κάθε μέρος της Γης, σε μια μόνιμη, εθελοντική διαμαρτυρία κατά του απαρτχάιντ. Και ένας Δανός συνάδελφός μου του έκανε τότε την ερώτηση που χρόνια ήθελα να του κάνω εγώ, έχοντας πάντα στο μυαλό μου την ιστορία που διηγήθηκα πριν: "Πώς είστε τόσο σίγουρος ότι η πολιτική σας της συμφιλίωσης θα υιοθετηθεί από τους μαύρους συμπατριώτες σας;". Και η απάντησή του:

"Σίγουρος δεν είμαι. Φοβισμένος, ίσως. Αλλά πάντα ένιωθα βαθιά μέσα μου, το βίωσα ιδίως στη φυλακή, ότι δυνατότερος είν’ αυτός που συγχωρεί, όχι αυτός που εκδικείται. Αυτός που εκθέτει τη βία, χωρίς να τη χρησιμοποιεί ο ίδιος".

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ